ἔϊσος

ἔϊσος, η, ον [pron. full] [ῑ], [dialect] Ep. form of ἶσος,
A alike, equal, Hom., only fem. sg. and pl., always in set phrases (exc. [

ἵππους]..σταφύλῃ ἐπὶ νῶτον ἐΐσας

equal in height,

Il.2.765

):
1 most freq. of a feast, equal, i.e. equally shared, of which each partakes alike, esp. of sacrificial feasts or of meals given to a stranger (for on other occasions the greatest men had the best portions),

δαιτὸς ἐΐσης 1.468

,al.
2 ofships, even or well-balanced,

νηὸς ἐΐσης 15.729

;

νῆες ἐῗσαι Od.5.175

,al.
3 of a shield, evenly balanced,

ἀσπίδα πάντοσ' ἐΐσην Il.12.294

, 13.157, 160, etc.
4 of the mind, even, well-balanced,

φρένας ἔνδον ἐΐσας Od. 11.337

, 14.178.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • έισος — ἔϊσος, η, ον (Α) 1. ίσος, όμοιος 2. (για πλοίο) ισορροπημένος, σύμμετρος, καλοζυγισμένος 3. (για ασπίδα) στρογγυλή 4. (για νου) φρόνιμος, δίκαιος, σωστός …   Dictionary of Greek

  • ίσος — η, ο (ΑΜ ἴσος, η, ον, Α επικ. τύπος ἶσος και ἔϊσος, η, ον) 1. αυτός που είναι ίδιος με κάποιον άλλον κατά την ποσότητα, τις διαστάσεις, τη δύναμη ή την αξία 2. αυτός που εκτείνεται σε ευθεία γραμμή, ευθύς, ίσιος 3. ομαλός, επίπεδος 4. αυτός που… …   Dictionary of Greek

  • 'ίσως — ἀΐσως , ἄισος unlike adverbial ἀΐσως , ἄισος unlike masc/fem acc pl (doric) ἐΐσως , ἔισος alike adverbial ἐΐσως , ἔισος alike masc acc pl (doric) ἐί̱σως , ἴσος equal adverbial (epic) ἐί̱σως , ἴσος equal masc acc pl (epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐίσας — ἐΐσᾱς , ἔισος alike fem acc pl ἐΐσᾱς , ἔισος alike fem gen sg (doric aeolic) ἐί̱σᾱς , ἴσος equal fem acc pl (epic) ἐί̱σᾱς , ἴσος equal fem gen sg (epic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἔισον — ἔϊ̱σον , ἔισος alike masc acc sg ἔϊ̱σον , ἔισος alike neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • КОЛЛОИДЫ (КОЛЛОИДНЫЕ СИСТЕМЫ) — [έίσος (ύйдос) вид] двухфазные дисперсные системы с предельно высокой степенью дисперсности, при которой еще сохраняется гетерогенность, т. е. наличие между дисперсной фазой и дисперсионной средой поверхности раздела …   Геологическая энциклопедия

  • ἐίσαι — ἐΐσᾱͅ , ἔισος alike fem dat sg (doric aeolic) ἐί̱σᾱͅ , ἴσος equal fem dat sg (epic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐίση — ἐΐση , ἔισος alike fem nom/voc sg (attic epic ionic) ἐί̱ση , ἴσος equal fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐίσην — ἐΐσην , ἔισος alike fem acc sg (attic epic ionic) ἐί̱σην , ἴσος equal fem acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐίσης — ἐΐσης , ἔισος alike fem gen sg (attic epic ionic) ἐί̱σης , ἴσος equal fem gen sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐίσῃ — ἐΐσῃ , ἔισος alike fem dat sg (attic epic ionic) ἐί̱σῃ , ἴσος equal fem dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.